20 Απριλίου σήμερα, η επίσημη μέρα κατανάλωσης μαριχουάνας, και στην Ελλάδα που σε αφήνει ελεύθερο να ψωνίζεις πρέζα στο κέντρο της πόλης και να πουλάς νοθευμένο αλκοόλ σε ανηλίκους, η χρήση κάνναβης συνεχίζει να αποτελεί θέμα ταμπού, μια συνήθεια περιθωριακών, συχνά εγκληματικών στοιχείων.

Read MoreΦυσικά το αλκοόλ και το τσιγάρο, αίτια θανάτου εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως, παραμένουν όχι απλά κοινωνικώς αποδεκτά, αλλά αποτελούν προϊόντα άρρηκτα συνδεδεμένα με την καθημερινότητα και την ψυχαγωγία, με τις διαφημίσεις ποτών να είναι από τις πιο δημοφιλείς στα πάσης φύσεως media.

Και ενώ αυτή η στάση είναι αναμενόμενη από ένα ‘σύστημα’, του οποίου ισχυρότατα μέλη αποτελούν οι βιομηχανίες αλκοόλ και καπνού, δεν θα έλεγε κανείς το ίδιο για την αντίληψη που επικρατεί στην κοινωνία, με απόψεις που κυμαίνονται από στερεοτυπικά συντηρητικές ‘ου χασίς, ναρκωτικό, 666’, μέχρι αριστερίστικες που βασίζονται στην επιχειρηματολογία ‘το χόρτο είναι μέσο αποβλάκωσης των μαζών’.

Δώσε σε δυο τύπους να γυρίσουν 2-3 τσιγάρα και σε δυο άλλους ένα μπουκάλι absolut να δούμε ποιοι θα καταλήξουν αποβλακωμένοι αδερφέ.

Ένα άλλο αντιστοίχως ηλίθιο ποιηματάκι που συχνά ακούει κανείς είναι ότι η μαριχουάνα είναι ‘gateway drug’, δηλαδή επειδή σε βάζει στη διαδικασία να ‘αγοράσεις ναρκωτικά’, αυτό σε φέρνει σε επαφή με άτομα και συνθήκες οι οποίες μπορεί να σε οδηγήσουν σε χρήση βαριών ναρκωτικών.

Ένας κίνδυνος πράγματι υπαρκτός, που δημιουργείται όμως προφανώς από την ίδια τη νομοθεσία, καθώς ακριβώς επειδή το χόρτο είναι παράνομο, άνθρωποι που θέλουν να αγοράσουν αναγκάζονται να εμπλακούν με ‘περίεργους’ τύπους.

Η νομιμοποίηση θα οδηγούσε σε ‘καθαρές’ διόδους παροχής στον καταναλωτή, κρατώντας τον μακριά από επικίνδυνες επιρροές, οδηγώντας σε συνολική μείωση της χρήσης σκληρών ναρκωτικών, κάτι που υποθέτω πως ως κοινωνία θα οφείλαμε να επιδιώκουμε.

Το ίδιο ισχύει και για ένα επιχείρημα που παραθέτουν αυτοί που ξέρουν ένα-δυο πραγματάκια παραπάνω από τους de facto απορριπτικούς ηλιθίους, το οποίο είναι ‘πράγματι το αγνό χόρτο είναι ακίνδυνο, αλλά πλέον με όλες αυτές τις χημείες που βάζουν μέσα έχουν αλλάξει τα πράγματα’. Κάτι που επίσης ισχύει, αλλά επίσης απορρέει από το παράνομο status της μαριχουάνας, που δίνει στον κάθε επιτήδειο τη δυνατότητα να πουλάει πρεζόφουντες.

Και κάτι που επίσης θα λυνόταν με τη νομιμοποίηση, καθώς θα αυτή θα συνοδευόταν από ποιοτικό έλεγχο, ο οποίος μάλιστα, γιατί όχι, θα μπορούσε να συνοδεύεται από ποινικές κυρώσεις για χημικά επεξεργασμένο προϊόν, καθιστώντας ακόμα πιο ασφαλή τη χρήση. [Αντίστοιχης λογικής ήταν η περυσινή πρόταση επιτροπής στο Ολλανδικό Κοινοβούλιο που υποστήριζε το διαχωρισμό βάσει περιεκτικότητας σε THC.]

Τέλος, οι ρήσεις ‘α θα γίνουμε η Ολλανδία του νότου: θα γίνουμε κέντρο ναρκο-τουρισμού και θα γίνουν όλα τα παιδιά χασικλήδες’. Το δεύτερο σκέλος δεν επιδέχεται καν απάντησης, δεδομένων των διεθνών στατιστικών που δείχνουν ότι τα ποσοστά κατανάλωσης στην Ολλανδία μειώθηκαν δραστικά, και είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.

Όσο για το πρώτο, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι μάλλον καλό θα έκανε στην Ελλάδα η επιπλέον εισροή τουριστών, οι οποίοι στην τελική τη φούντα τους έρχονται να πιουν, όχι να τρυπηθούν [όχι ότι θα δυσκολεύονταν να το κάνουν, δεδομένου ότι δύσκολα σε  προσεγγίζουν κάπου στον κόσμο πιο πολλοί dealers ανά τετραγωνικό μέτρο απ’ ότι στην Ομόνοια έξω από τη Νομική Αθηνών μετά τα μεσάνυκτα]. Εγώ δέχομαι όμως ότι αυτό θα είχε απρόβλεπτες επιπτώσεις στην κοινωνία, οπότε μια ιδανική λύση θα ήταν αυτό που εφαρμόζεται πλέον στην Ολλανδία, με coffeshops που παρέχουν κάνναβη μόνο στα μέλη τους, τα οποία πρέπει να είναι ενήλικοι Ολλανδοί πολίτες.

Φυσικά ο προαναφερθείς φόβος είναι εντελώς ανυπόστατος, καθώς η Ολλανδία είχε νομιμοποιήσει μέχρι και τη χρήση μανιταριών και γενικότερα είχαν μια πολιτική ευρείας ανοχής απέναντι στα ναρκωτικά, κάτι που σε συνδυασμό με τη γεωγραφική της θέση προσέλκυε καμένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Αντιθέτως, η νομιμοποίηση αποκλειστικά της φούντας, όπως ξέρει ο οποιοσδήποτε έχει πάει στην Ισπανία [όπου πρακτικά είναι νόμιμη], έχει μηδαμινό αντίκτυπο έχει στην καθημερινή ζωή, με την εξαίρεση ότι στις πλατείες στα φοιτητικά στέκια το βράδυ εκτός από φτηνή μπύρα θα μυρίσεις και λίγη σοκολάτα. Πραγματικά Σόδομα και Γόμορρα.

Αυτό ήταν ένα κείμενο που ήταν πιο σοβαρό απ’ ότι προοριζόταν, καθαρά, όπως προείπα, εξαιτίας της αγανάκτησης για το βαθμό υποκρισίας της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία ένας αστυνομικός κυνηγάει έναν πιτσιρικά που πίνει ένα τσιγάρο με την κοπέλα του σε μια θέα, την στιγμή που μαγαζάτορες πλουτίζουν με την ησυχία τους πουλώντας τόνους από αλκοόλ-κηροζίνη και έμποροι σπρώχνουν πρέζα στο κέντρο της πόλης με το περιπολικό στα 5 μέτρα.

Αυτά.

Happy 420 σε όλους και στα πολυτελή corporate headquarters του Viberated παίζει -ως είθισται κάθε 4/20- στη λούπα η ίδια ταινία.

[το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά το 2012]