Ήταν άλλη μία επίσκεψη στη γερμανική πρωτεύουσα. Επίσκεψη αστραπή, αλλά με τόσο χαμηλούς ναύλους μου ήταν δύσκολο να αφήσω την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Ακολούθησα σχεδόν τις ίδιες διαδρομές, σαν πριν τέσσερα  χρόνια. Σαν πριν έντεκα. Αποφορτισμένος από το άγχος του been there, seen that.

Χαζεύω τους αγρούς πέριξ του Schönefeld απ’ την άκρη της αποβάθρας ενώ περιμένω. Σ’ αυτήν την άκρη του σιδηροδρομικού δικτύου οι αποσκευές είναι πάντα περισσότερες απ’ τους ανθρώπους. Σε λίγο, κι αυτές και τ’ αφεντικά τους θα χαθούν στα ξενοδοχεία και στα hostel απ’ το Mitte ως το Kreuzberg. Κάνω ένα σύντομο πέρασμα από την Alexanderplatz. Το ρολόι της, ο πύργος της τηλεόρασης, οι παρακείμενες εκκλησίες της. Λες και δεν πέρασε μια μέρα. Λες και δεν έφυγα ποτέ. Μετρό, τραίνα, λεωφορεία και τραμ υπόγεια, υπέργεια κι επίγεια να πηγαινοέρχονται ολόγυρα μου. Οι δεκάδες σταθμοί του υπογείου, που μπορούν να σε πάνε παντού, μα και να σε πνίξουν μέσα στην πληθώρα τους. Αρκετά πιο κάτω, στη Friedrichstraße τα μνημεία και τα αξιοθέατα να στήνουν χορό με τα εμπορικά καταστήματα και τις σοκολατερίες. O χώρος μνήμης προς τιμήν των Εβραίων που μαρτύρησαν στα χέρια των Ναζί. Oι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που ενώνουν το χθες με το σήμερα. Το πάρκινγκ πάνω από το καταφύγιο του Χίτλερ.  Δωρεάν ξεναγήσεις, φοιτητές απ’ όλα τα πλάτη και μήκη του κόσμου, δεκάδες ποικιλίες σοκολάτας, γλυκά κάθε λογής και κρύο. Πολύ κρύο. Μαζεύω ιστορικές πληροφορίες για ιδία χρήση από τον ξεναγό μας. Ο οργανισμός μου ανταποκρίνεται θετικά στο χειμωνιάτικο status quo αν και στιγμές στιγμές αναρωτιέμαι αν ήρθε τελικά η ώρα για εκείνη την μπύρα σε κάποια pub με δυνατή θέρμανση.

Τρώω από το δρόμο ελλείψει υπομονής και χρημάτων. Doner, kebab, falafel, όλες οι εκφάνσεις της ανατολίτικης κουζίνας διαδεδομένες για τα καλά στην καρδιά μιας πόλης που παίζει μια ήπειρο στα δάχτυλα. Το Βερολίνο λέει πήδα, η Ευρώπη ρωτάει πόσο ψηλά; Θαυμάζω κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι μου τη αφομοίωση των μεταναστευτικών ροών. Το σκέφτομαι καθώς λέω thank you σε έναν Κινέζο (;) ενώ παραγγέλνω noodles έξω από το σταθμό της Turmstraße. Τα πάρκα, άλλα μικρά, άλλα αχανή, χρωματίζουν ό,τι άφησε διαθέσιμο ο μεταπολεμικός οικοδομικός οργασμός. Που και που στριμώχνομαι σε κάποιο λεωφορείο. Νιώθω τα σπρωξίματα στην πλάτη μου σαν ελληνόφωνα μουρμουρητά κατά την αποβίβαση. Ο τίτλος πρωτεύουσα του graffiti δικαιολογείται σε κάθε τετράγωνο της πόλης. Επιτέλους κάτι πρέπει να αναβλύζει αντίδραση σ’ αυτό το μέρος. Ας είναι και τα ντουβάρια.

Στις αποβάθρες απολαμβάνω την ανυπόφορη συχνότητα των μέσων μεταφοράς. Τούτα ‘δω τα κίτρινα φίδια διασχίζουν τα σπλάχνα της βερολινέζικης γης σα να μη συμβαίνει τίποτα. Σφυρίζουν αδιάφορα μπρος στην αμηχανία που προκαλεί η ξέχειλη τους συνέπεια. Από το Tiergarten στη gallery της ανατολικής πλευράς κι από την πλατεία που έκαιγαν κάποτε βιβλία -πριν αρχίσουν να καίνε κι ανθρώπους, στη Manteuffelstraße για μπύρα με φίλους από ένα κομμάτι του παρελθόντος που είχε σχεδόν λιμνάσει.

Κάτω απ’ τη γέφυρα του Görlitzer Bahnhof ένας άλλος κόσμος ξαποσταίνει. Κάβες με φθαρμένα ξύλα στις προσόψεις και σκονισμένα ράφια, μπαρ με δυνατό rock ‘n’ roll και χαμηλό φωτισμό. Ταχυφαγεία, φώτα από νέον και μια εξέγερση χρωμάτων που μοιάζει να έχει πάρει αμπάριζα όλη τη Wiener Straße. Δεκάδες άγνωστες, σε μένα, ζυθοποιίες. Διατρέχω με το βλέμμα μου όλα αυτές τις ετικέτες θέλοντας ίσως να τις κάνω για μια στιγμή να νιώσουν ξεχωριστές. Προϊόντα μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης που εναποθέτουν την ανάγκη τους να ξεχωρίσουν στην άγνοια περαστικών σαν και του λόγου μου. Λίγο θλιβερό και λίγο ερωτικό συνάμα.

Περπατώ παράλληλα με μικρά υδάτινα κανάλια, αφιερώνω λίγο χρόνο στο μνημείο της Rosa Luxemburg, γυρνώ να φρεσκάρω αναμνήσεις, να ξαναδιαβώ τις ίδιες λεωφόρους και να σταθώ λίγο μπροστά στα ίδια σημεία τουριστικού ενδιαφέροντος και πού ξέρεις; Κάτι νέο μπορεί να ερεθίσει τον αμφιβληστροειδή μου. Σύντομα με περιμένει ένα βίαιο ξύπνημα, ξεκούραση εκ του προχείρου κι ο δρόμος της επιστροφής. Πτήση απάνθρωπα πρωινή, μοιάζει να κρέμεται απ’ τις άκρες της νύχτας που φεύγει. αναλογίζομαι πως αυτή είναι μάλλον η θυσία στο βωμό ενός πολύ φθηνού εισιτηρίου. Άδεια τραίνα, σιωπή, κρύο και κούραση. Ένας κακός ύπνος και λίγες ώρες με χωρίζουν απ’ τη λύτρωση της επιστροφής.

Πίσω στη θαλπωρή του σπιτιού μου, παίζω τα δάχτυλα μου πάνω απ’ το backspace. Ο κέρσορας μου γνέφει να αναθεωρήσω, πως αυτή η πόλη κάθε άλλο παρά βουτηγμένη στο μπετό και στο γυαλί είναι. το Βερολίνο σ’ αφήνει να περπατήσεις, σ’ αφήνει να ανασάνεις. Σε ύφος απολογητικό, σκέφτομαι πως νιώθω την επιρροή του χρόνου όλο και πιο έντονη κάθε που υποβάλλομαι σε μια νέα δοκιμασία ένεκα κόστους. Βυθισμένος στον καναπέ επιστρατεύω τις πιο αμετακίνητες αρνήσεις μου. Αόριστες διαδρομές, εργατοώρες στους συρμούς και στ’ αεροδρόμια, φθηνό φαγητό, φθηνή μπύρα. Κάτι μέσα μου αρνείται να συναινέσει. Αλλά κάτι μέσα μου αρνείται να πειστεί.

Φύλαξα το υπ’ αριθμόν τρία ταξίδι μου στο Βερολίνο στο ντουλάπι των αναμνήσεων και των κατακτήσεων. Τώρα, αναζωογονημένος λέω πως δε θα επέστρεφα σύντομα. Χαμογελώ πονηρά καθώς πληκτρολογώ τις τελευταίες λέξεις αυτής της καταχώρισης και αναρωτιέμαι τι άλλο κρύβει αυτή η πόλη στα περιθώρια που αφήνουν οι τουριστικοί οδηγοί.

Ksts Pxrs

Ksts Pxrs

Rover, reader, cinephile. Tea & yerba mate lover
Ksts Pxrs